του Δημήτρη Κουτσούκου
Προσωρινά κρατούμενος κρίθηκε, μετά την απολογία του, ο 54χρονος σμήναρχος της Πολεμικής Αεροπορίας που κατηγορείται για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας, σε μία υπόθεση που έχει προκαλέσει σοβαρό προβληματισμό στις Ένοπλες Δυνάμεις και τις αρμόδιες υπηρεσίες ασφαλείας.
Η απολογία του διήρκεσε περισσότερες από οκτώ ώρες, με τις αρχές να εστιάζουν τόσο στις επαφές που φέρεται να διατηρούσε όσο και στον τρόπο με τον οποίο διακινούνταν ευαίσθητες στρατιωτικές πληροφορίες. Ο ίδιος φέρεται να παραδέχθηκε την εμπλοκή του, επιχειρώντας ωστόσο να δώσει τη δική του εκδοχή για το πώς οδηγήθηκε στην κατασκοπευτική δράση.
Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, η πρώτη προσέγγιση έγινε μέσω LinkedIn, όταν –όπως είπε– άτομα που εντόπισαν το βιογραφικό του επικοινώνησαν μαζί του προτείνοντάς του επαγγελματική συνεργασία. Ο σμήναρχος ισχυρίστηκε ότι πίστευε πως επρόκειτο για ιδιωτική εταιρεία συμβούλων με έδρα τη Μαλαισία, η οποία δραστηριοποιούνταν σε χώρες της Ασίας.
Όπως ανέφερε, στην αρχή του ζητήθηκαν γενικές πληροφορίες, χωρίς –κατά τους ισχυρισμούς του– να αντιλαμβάνεται ότι επρόκειτο για κατασκοπεία. Σταδιακά όμως τα αιτήματα έγιναν πιο συγκεκριμένα και αφορούσαν διαβαθμισμένο υλικό. Τότε εμφανίστηκε, όπως είπε, και ο βασικός σύνδεσμος, ένας άνδρας που του συστήθηκε με το όνομα «Στίβεν».
Ο κατηγορούμενος φέρεται να περιέγραψε ότι ταξίδεψε στην Κίνα, ενώ είχε συναντήσεις με τον συγκεκριμένο σύνδεσμο και στην Αθήνα. Εκεί –κατά τους ισχυρισμούς του– του δόθηκαν κωδικοί για ψηφιακό πορτοφόλι μέσω του οποίου λάμβανε χρήματα. Όσο περισσότερες πληροφορίες παρέδιδε, τόσο αυξάνονταν και τα ποσά που εισέπραττε.
Υποστήριξε ακόμη ότι όταν αντιλήφθηκε πως οι πληροφορίες κατέληγαν σε κινεζικές κρατικές δομές, ήταν ήδη αργά. Όπως είπε, τότε ξεκίνησαν απειλές και εκβιασμοί σε βάρος του, προκειμένου να συνεχίσει να συνεργάζεται.
Κατά την απολογία του φέρεται να ζήτησε συγγνώμη, δηλώνοντας πως «ζητώ συγγνώμη από την πατρίδα και τις Ένοπλες Δυνάμεις», εκφράζοντας –κατά τους ισχυρισμούς του– μεταμέλεια για τις πράξεις του.
Ως κίνητρο επικαλέστηκε κυρίως το επαγγελματικό του μέλλον μετά την αποστρατεία, λέγοντας ότι επιδίωκε να εξασφαλίσει μία θέση εργασίας και οικονομική ασφάλεια για την επόμενη ημέρα, κάτι που –όπως υποστήριξε– τον οδήγησε σε αποφάσεις που σήμερα δηλώνει ότι μετανιώνει.
Την ίδια ώρα, η έρευνα βαθαίνει επικίνδυνα, με τις αρχές να χαρτογραφούν επαφές και διασυνδέσεις του με άλλους αποστράτους, εξετάζοντας σοβαρά το ενδεχόμενο ύπαρξης ευρύτερου δικτύου συλλογής και διακίνησης στρατιωτικών πληροφοριών. Τα πρόσωπα που ενδέχεται να βρεθούν στο κάδρο το επόμενο διάστημα εκτιμάται ότι θα προκαλέσουν νέους τριγμούς.

