του Δημήτρη Κουτσούκου
Η προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν ακολουθεί μια πολύ συγκεκριμένη λογική που βασίζεται στη διαρκή πίεση χωρίς καμία εκ των προτέρων δέσμευση. Η Ουάσιγκτον αποφεύγει συστηματικά να ανακοινώσει ότι επιδιώκει έναν πόλεμο, όμως την ίδια στιγμή δεν δείχνει καμία διάθεση για μια γρήγορη και εύκολη συμφωνία. Η επιλογή που φαίνεται να εφαρμόζεται είναι ο εξαναγκασμός μέσω οικονομικών, διπλωματικών και στρατιωτικών μέσων, με βασικό στόχο να αναγκαστεί η Τεχεράνη να αλλάξει τη συνολική της συμπεριφορά.
Ο κεντρικός άξονας αυτής της προσπάθειας παραμένει η οικονομική πίεση. Οι αυστηρές κυρώσεις στο πετρέλαιο, οι περιορισμοί στις τραπεζικές συναλλαγές και οι πιέσεις προς τρίτες χώρες στοχεύουν στη μείωση των εσόδων του ιρανικού κράτους και στον περιορισμό των διεθνών του επιλογών. Η εκτίμηση του Τραμπ είναι ότι η οικονομική στενότητα μπορεί να οδηγήσει σε πολιτικές υποχωρήσεις. Ωστόσο μέχρι σήμερα το Ιράν έχει δείξει ότι μπορεί να λειτουργεί υπό καθεστώς κυρώσεων, μεταφέροντας το κόστος στην κοινωνία χωρίς να προχωρά σε άμεση αλλαγή στρατηγικής.
Παρά τη σκληρή γραμμή που ακολουθείται, οι διπλωματικοί δίαυλοι παραμένουν με κάποιο τρόπο ενεργοί. Υπάρχουν επαφές μέσω τρίτων χωρών και ανεπίσημες συνομιλίες που στόχο έχουν να διερευνηθεί αν υπάρχει περιθώριο για κάποια νέα συμφωνία. Οι αμερικανικές απαιτήσεις όμως δεν περιορίζονται μόνο στο πυρηνικό πρόγραμμα καθώς περιλαμβάνουν ζητήματα που αφορούν τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν και τον ευρύτερο ρόλο του στην περιοχή. Για την ιρανική πλευρά αυτά τα θέματα θεωρούνται βασικά στοιχεία εθνικής ασφάλειας και δεν αντιμετωπίζονται εύκολα ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Στο τραπέζι παραμένει πάντα και η επιλογή περιορισμένων στρατιωτικών ενεργειών. Δεν πρόκειται για σχέδια γενικευμένου πολέμου αλλά για στοχευμένα χτυπήματα σε κρίσιμες υποδομές ή στρατιωτικές δυνατότητες. Η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή, ιδιαίτερα του ναυτικού, λειτουργεί ως μοχλός πίεσης και ως μια διαρκής υπενθύμιση ότι η στρατιωτική επιλογή είναι διαθέσιμη. Το ρίσκο μιας τέτοιας κίνησης είναι ότι το Ιράν μπορεί να απαντήσει έμμεσα μέσω των συμμάχων του, προκαλώντας κλιμάκωση σε περισσότερα από ένα μέτωπα ταυτόχρονα.
Υπάρχει επίσης η εκτίμηση ότι η παρατεταμένη πίεση μπορεί να προκαλέσει εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στο Ιράν. Η εμπειρία όμως δείχνει ότι τα καθεστώτα συχνά αντέχουν περισσότερο από όσο αναμένεται και ότι η εξωτερική πίεση δεν οδηγεί απαραίτητα σε εσωτερική αποσταθεροποίηση. Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο ενεργειακός παράγοντας αφού το Στενό του Ορμούζ αποτελεί κρίσιμο σημείο για την παγκόσμια αγορά. Μια σοβαρή κρίση στην περιοχή θα είχε άμεσες επιπτώσεις στις τιμές και στη διεθνή οικονομία, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά για ακραίες κινήσεις από όλες τις πλευρές.
Στην εξίσωση αυτή συμμετέχουν ενεργά και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει πλέον αυστηρότερη στάση απέναντι στο Ιράν, περιορίζοντας τα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών της Τεχεράνης. Την ίδια στιγμή το Ισραήλ ασκεί πίεση για πιο αποφασιστικές ενέργειες, εκτιμώντας ότι το ιρανικό πρόγραμμα εξελίσσεται εις βάρος της δικής του ασφάλειας.
Συνολικά η στρατηγική του Τραμπ βασίζεται στη διατήρηση της αβεβαιότητας. Το Ιράν δεν γνωρίζει αν το επόμενο βήμα θα είναι μια συμφωνία ή μια στρατιωτική ενέργεια και αυτή η τακτική στοχεύει στο να αυξήσει το κόστος των επιλογών της Τεχεράνης ώστε να την οδηγήσει σε υποχωρήσεις χωρίς να υπάρξει άμεση σύγκρουση. Το αν αυτή η προσέγγιση θα αποδώσει παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα. Σε ένα περιβάλλον υψηλής έντασης και περιορισμένων περιθωρίων λάθους, κάθε κίνηση μπορεί να έχει δυσανάλογες συνέπειες τόσο για την περιοχή όσο και για τη διεθνή σταθερότητα.

