Πέθανε ο Σον Κόνερι – Θρήνος για τον μεγάλο Τζέιμς Μποντ

14

Πέθανε σε ηλικία 90 ετών ο Σερ Τόμας Σον Κόνερι, μεγάλος ηθοποιός ο πρώτος επίσημος ηθοποιός που υποδύθηκε τον Τζέιμς Μποντ. Αντιμετώπιζε εδώ και καιρό προβλήματα Υγείας ενώ τον Αύγουστο μόλις είχε κλείσει τα ενενηκοστά του γενέθλια.

Ο Σερ Τόμας Σον Κόνερι (Thomas Sean Connery) γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου 1930 στη Σκωτία. Ηταν πολυβραβευμένος ηθοποιός και παραγωγός ταινιών κινηματογράφου. Ηταν ευρύτερα γνωστός ως ο πρώτος επίσημος ηθοποιός που υποδύθηκε τον Τζέιμς Μποντ. Πρωταγωνίστησε σε επτά συνολικά ταινίες Μποντ. Κατέχει πληθώρα βραβείων και διακρίσεων, ανάμεσά τους Όσκαρ από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών, Χρυσή Σφαίρα και BAFTA. Το 1987 κέρδισε το Όσκαρ Β’ Ανδρικού ρόλου στην ταινία Οι Αδιάφθοροι (The Untouchables). Τον Ιούλιο του 2000 χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ Β’.

Είναι ο πρώτος που ενσάρκωσε τον Τζέιμς Μποντ στη μεγάλη οθόνη και ο καλύτερος στο ρόλο αυτό από τους ηθοποιούς που ακολούθησαν, σύμφωνα με ειδικούς και κοινό. Η δημοφιλία που απέκτησε ως Πράκτωρ 007 τον βοήθησε να χτίσει μία αξιοπρόσεχτη κινηματογραφική καριέρα που ολοκληρώθηκε το 2003. Ο πατέρας του ήταν εργάτης και η μητέρα του καθαρίστρια. Εγκατέλειψε νωρίς το σχολείο, εργάστηκε ως γαλατάς στη γειτονιά του και στα 16 του έγινε δεκτός στο Πολεμικό Ναυτικό του Ηνωμένου Βασιλείου, από το οποίο αφυπηρέτησε τρία χρόνια αργότερα εξαιτίας ενός προβλήματος υγείας. Τότε άρχισε να εξασκείται στο μποντιμπίλντιγκ και να ποζάρει ως μοντέλο για επίδοξους ζωγράφους και σε καταλόγους ανδρικής μόδας. Διαγωνίσθηκε στα διεθνή ανδρικά καλλιστεία για τον τίτλο του «Μίστερ Κόσμος», που του άνοιξαν τον δρόμο για να εργαστεί ως κομπάρσος σε θεατρικές παραγωγές.

Το 1954 έπαιξε ένα μικρό ρόλο σε μία περιοδεύουσα παράσταση του μιούζικαλ των Ρότζερς και Χάμερστιν «South Pacific» και στην πορεία ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του έργου. Ακολούθησαν ρόλοι στο θέατρο και την τηλεόραση, όπως του μποξέρ Μάουντεν Ριβέρα στην τηλεοπτική παραγωγή του BBC «Requiem for a Heavyweight» (1957).