Η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ αποτυπώνει με σαφήνεια αυτή την πραγματικότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της, ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός παραμένει περίπου 31% χαμηλότερος από εκείνον του 2009, ενώ ακόμα και σε ονομαστικούς όρους οι αποδοχές υπολείπονται κατά περίπου 12% της τελευταίας χρονιάς πριν από τη μεγάλη δημοσιονομική κρίση.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: οι μισθοί αυξάνονται, αλλά όχι αρκετά ώστε να καλύψουν τις απώλειες που προκάλεσαν πρώτα τα χρόνια των μνημονίων και στη συνέχεια η έκρηξη του πληθωρισμού.
Το 2025 ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός διαμορφώθηκε στα 18.134 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3,9% σε σχέση με το 2024 και σχεδόν 20% έναντι του 2019.
Η εικόνα όμως αλλάζει όταν αφαιρεθεί η επίδραση της ακρίβειας. Ο πραγματικός μέσος ετήσιος μισθός διαμορφώθηκε στις 14.998 ευρώ, παρουσιάζοντας ελάχιστη βελτίωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος και παραμένοντας ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με το 2019. Με άλλα λόγια, η αύξηση των εισοδημάτων απορροφήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις ανατιμήσεις, αφήνοντας περιορισμένο όφελος στην καθημερινότητα των εργαζομένων.
Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο χαρακτηριστική, αν συγκριθεί το 2025 με το 2021, όταν ξεκίνησε η μεγάλη άνοδος των τιμών. Παρά τις αυξήσεις που μεσολάβησαν, η πραγματική αξία των μισθών παραμένει χαμηλότερη κατά 1,3%.
Παρόμοια είναι η εικόνα και στις ωριαίες αποδοχές. Το μέσο ονομαστικό ωρομίσθιο διαμορφώθηκε στα 9,6 ευρώ, όμως σε πραγματικές τιμές αντιστοιχεί μόλις στο 73,5% του επιπέδου του 2009.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά την ανάκαμψη της οικονομίας, ο μέσος εργαζόμενος εξακολουθεί να αγοράζει σημαντικά λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες με μία ώρα εργασίας σε σχέση με πριν από δεκαεπτά χρόνια.

