Για την εμπλοκή του στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ μίλησε στην εκπομπή Συνδέσεις του ΕΡΤnews ο Χρήστος Μπουκώρος, τονίζοντας ότι αυτά για τα οποία κατηγορούνται οι βουλευτές αγγίζουν τον πυρήνα των καθηκόντων και της πολιτικής τους δραστηριότητας.
Εξήγησε ότι ο ίδιος τηλεφώνησε «για ένα ζευγάρι νέων αγροτών που είναι κληρονόμοι ενός κτήματος και έχουν πραγματικά ζώα και όχι εικονικά, σαν αυτούς που κατασπάραξαν τους πόρους του ΟΠΕΚΕΠΕ. Αν κάποιος μου έλεγε ότι αυτοί για τους οποίους τηλεφώνησα δεν έχουν πραγματική έκταση, εγώ θα παραιτηθώ από τη βουλευτική μου έδρα, επειδή πρέπει να μιλάμε ουσιαστικά και όχι τυπικά».
«Παρόμοιο πρόβλημα με αυτό το ζευγάρι είχαν εκείνη την εποχή, σύμφωνα με Δελτίο Τύπου, 1.026 κτηνοτρόφοι σε όλη την χώρα και ρυθμίστηκαν τα προβλήματά τους».
Ο κ. Μπουκώρος πρόσθεσε ότι μια κοινοβουλευτική παρέμβαση μπορεί να απαντηθεί σε τρεις μήνες. «Οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα πρέπει να τρώνε καθημερινά. Άμα περιμένουν την απάντηση μετά από δύο, τρεις μήνες και αν αυτή θα μεταβληθεί σε πολιτική απόφαση, τότε δεν θα μείνει ούτε ένα ζώο ζωντανό», ανέφερε χαρακτηριστικά. Υπογράμμισε ότι «οι παρεμβάσεις έγιναν, γιατί στον ΟΠΕΚΕΠΕ υπήρχε προβληματικός κανονισμός λειτουργίας».
Την ίδια ώρα, σχολίασε ότι είχε καταγγείλει τα σκάνδαλα στον οργανισμό όπου με εικονικές εκτάσεις γης εισέπρατταν εκατομμύρια, «αλλά αυτό δεν το επισημαίνει κανείς». «Είμαι ο μόνος από τους 300 βουλευτές που έκανα συγκεκριμένες καταγγελίες που πήγαν στην Εισαγγελία και απέδωσαν αποτελέσματα και σήμερα βρίσκομαι απολογούμενος».


Πολιτική και θεσμική κρίση
Ζούμε μια περίοδο όπου η πολιτική και θεσμική αξιοπιστία δοκιμάζεται όσο ποτέ.
Μια χώρα που θα έπρεπε να στηρίζεται στη διαφάνεια, στη λογοδοσία και στη δημοκρατική ευθύνη, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που μοιάζει να ξεφεύγει από κάθε όριο ανοχής.
Βουλευτές και κυβερνητικά στελέχη που βρίσκονται αντιμέτωποι με σοβαρές κατηγορίες, οικονομικά σκάνδαλα που διαδέχονται το ένα το άλλο, και μια δημόσια ζωή που μοιάζει να έχει χάσει κάθε αίσθηση ηθικής πυξίδας.
Όταν η ίδια η πολιτεία εμφανίζεται να παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές,από παράνομες παρακολουθήσεις μέχρι αδιαφανείς διαχειρίσεις δημόσιου χρήματος, το ερώτημα της νομιμοποίησης δεν είναι απλώς θεσμικό. Είναι βαθιά κοινωνικό.
Πώς μπορεί να σταθεί μια Βουλή όταν η εμπιστοσύνη των πολιτών έχει διαρραγεί;
Πώς μπορεί να θεωρηθεί νομιμοποιημένο το νομοθετικό έργο όταν η σκιά των σκανδάλων καλύπτει κάθε διαδικασία;
Πώς μπορεί να είναι νόμινο το νομοθετικό έργο όταν στηρίζεται από υπόδικους και μάλιστα για κακουργηματικές πράξεις.
Η δημοκρατία δεν είναι τυπική διαδικασία, είναι σχέση εμπιστοσύνης.
Και αυτή η σχέση έχει τραυματιστεί.
Την ίδια στιγμή, η χώρα αντιμετωπίζει κρίσιμα ζητήματα:
– ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές και αδιαφάνεια γύρω από την τύχη ασυνόδευτων ανηλίκων,
– την ατιμωρησία για τραγωδίες όπως τα Τέμπη,
– σκάνδαλα που αφορούν δημόσιους οργανισμούς και ευρωπαϊκά κονδύλια, ΟΠΕΚΕΠΕ, ΕΣΠΑ κ.λ.π.
– την ασυδοσία στην αγορά ενέργειας και τροφίμων,
– την οικονομική εξόντωση παραγωγικών τάξεων, επαγγελματιών και αγροτών.
Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα χώρας που δεν κυβερνάται με όρους δικαιοσύνης και ισονομίας, αλλά με όρους ατιμωρησίας και αυθαιρεσίας. Μιας χώρας όπου οι πολίτες νιώθουν ότι πληρώνουν πάντα το τίμημα, ενώ οι υπεύθυνοι μένουν στο απυρόβλητο.
Η κοινωνία ζητάει αλήθεια, διαφάνεια και δικαιοσύνη.
Ζητάει θεσμούς που λειτουργούν, πολιτικούς που λογοδοτούν, κράτος που προστατεύει και δεν καταχράται την εμπιστοσύνη των πολιτών. Ζητάει μια ουσιαστική δημοκρατία.
Και όσο αυτά δεν αποκαθίστανται, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο.
Ποιος νομιμοποιείται να κυβερνά όταν η κοινωνία δεν νιώθει ότι εκπροσωπείται;
Μιχάλης Σταυρόπουλος
Συγγραφέας